27 Αυγούστου 2014

Ένα σοκ στην αγορά εργασίας μπορεί να κινήσει την πραγματική οικονομία


Σταμάτης Βαρδαρός,
Πολιτικός Επιστήμονας,
 Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ ΕΥΒΟΙΑΣ

Το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» είναι μία παράδοξη κατάσταση κατά την οποία οι όμηροι, οι αιχμάλωτοι, οι δέσμιοι κάποιων άλλων, ταυτίζονται και τρέφουν συμπάθεια προς αυτούς που τους αιχμαλώτισαν και από τους οποίους εξαρτώνται απόλυτα για την επιβίωσή τους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μετάλλαξη του φόβου και της απελπισίας σε ανοχή, καρτερικότητα και στο τέλος συμπάθεια, καθώς ο θύτης καταφέρνει να πείσει το θύμα ότι μόνο αυτός θέλει το καλό του.
Αυτός ο όρος θα μπορούσε να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό την ανοχή και την εκλογική συμπεριφορά ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας κατά την τελευταία μνημονιακή τετραετία. Ο φόβος που έχει καλλιεργηθεί συστηματικά αυτά τα
χρόνια για το πώς θα είναι η ζωή μας χωρίς μνημόνιο έχει πραγματικά σκεπάσει τα πάντα. Η κατάσταση στην αγορά εργασίας και στην πραγματική οικονομία είναι ένα χαρακτηριστικό και κρίσιμο παράδειγμα για το πώς ο αυταρχισμός και ο φόβος έχουν πάρει τη θέση των συλλογικών δικαιωμάτων, αλλά και της κοινής λογικής.
Η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου έχει αφαιμάξει οικονομικά τα ελληνικά νοικοκυριά, έχει οδηγήσει στην ανεργία εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, έχει διαμορφώσει ένα σκηνικό τρόμου για εργαζόμενους (σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) και επιχειρήσεις. Παράλληλα με την κατρακύλα των δημοσιονομικών μεγεθών και την κατακρήμνιση της πραγματικής οικονομίας την τελευταία τετραετία, γινόμαστε μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου επίθεσης στο θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων και κατ' επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Η επί της ουσίας διάλυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με την κατάργηση της επεκτασιμότητας και της μετενέργειας των κλαδικών συμβάσεων συνοδεύτηκε από το μονομερή καθορισμό (με Υπουργική Απόφαση) του κατώτατου μισθού στα 586€ και 511€ αντίστοιχα.
Αυτή η εξέλιξη συμπαρέσυρε το γενικό επίπεδο μισθών, είχε άμεση επίπτωση στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα, στην εγχώρια κατανάλωση και εν τέλει στην ενεργό ζήτηση. Στην πραγματικότητα αυτή ακριβώς η παρέμβαση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και η μονομερής ρύθμιση των μισθών αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό μεταφοράς του μνημονίου στην αγορά εργασίας και κατόπιν στην πραγματική οικονομία.
Το αποτέλεσμα; Αντί για τις επενδύσεις που θα έρχονταν «τρέχοντας» για να εκμεταλλευτούν τους μισθούς Κίνας και το κενό που άνοιξε στην εγχώρια αγορά από το λουκέτο 160.000 μικρών επιχειρήσεων, βιώνουμε πρωτόγνωρα ποσοστά ανεργίας (οι άνεργοι έχουν ξεπεράσει το 1.300.000), εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις βρίσκονται στο «κόκκινο» εξαιτίας φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών, οι μισθωτοί που παραμένουν στην αγορά εργασίας υπό-απασχολούνται, υπό-αμείβονται ή δεν ασφαλίζονται και το σύνολο του εργατικού δυναμικού δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι αντιμέτωπο με την απόλυτη επισφάλεια. Όπου κι αν κοιτάξεις, με όποιον κι αν μιλήσεις η διαπίστωση είναι κοινή: στην αγορά δεν υπάρχει χρήμα, ο κόσμος δεν έχει να ξοδέψει, δεν έχει να πληρώσει τους φόρους και την ασφάλισή του, ενώ με τον ΕΝΦΙΑ έχουμε και την παγκόσμια πρωτοτυπία σε μία «δυτική χώρα» που έχει επικρατήσει η οικονομία της αγοράς να μην φορολογείται το εισόδημα, αλλά η ιδιοκτησία. Κατά τα άλλα ήταν οι αριστεροί που «όταν θα έρχονταν θα μας έπαιρναν τα σπίτια».
Οι αριστεροί όταν θα έρθουν δεν θα πάρουν το σπίτι κανενός, 2) θα προσπαθήσουν να βάλουν μία τάξη στο φορολογικό χάος που έχουν δημιουργήσει τα αλλεπάλληλα εισπρακτικά πογκρόμ της Συγκυβέρνησης, με φορολογική  πολιτική  που  θα  στηρίζεται στην  φοροδοτική ικανότητα των  πολιτών, 3) θα διαμορφώσουν ένα σταθερό πλαίσιο κοινής λογικής για το επιχειρείν, όπου η κάθε μικρομεσαία επιχείρηση θα ξέρει τι της ξημερώνει την επόμενη μέρα και 4) θα αποκαταστήσουν την ισορροπία στην αγορά εργασίας καταργώντας τους  μνημονιακούς  νόμους που λειτουργούν  εις  βάρος των ασθενέστερων  κοινωνικών ομάδων  και  υπέρ της  ασυδοσίας των  μεγάλων  πολυεθνικών εταιρειών.
Είναι νομίζω πεποίθηση, όχι μόνο της Αριστεράς, ότι αυτό το χάος που έχει επικρατήσει στην πραγματική οικονομία και στην αγορά εργασίας μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ένα σοκ. Ένα σοκ ικανό να βελτιώσει άμεσα την εισοδηματική κατάσταση των μισθωτών, να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα ύδατα της εγχώριας ζήτησης, να επανεκκινήσει την εσωτερική κατανάλωση να δώσει ανάσα σε μικρομεσαίους και φορολογικά έσοδα. Η εκ νέου ρύθμιση συνεπώς της αγοράς εργασίας μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως βασική αναπτυξιακή προϋπόθεση.
Σε αυτήν την κατεύθυνση ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεσμευθεί για την ουσιαστική επαν-ενεργοποίηση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, την επαναφορά της επεκτασιμότητας και της μετενέργειας των κλαδικών συμβάσεων εργασίας και την άμεση επανενεργοποίηση της τελευταίας ουσιαστικά προ-μνημονιακής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που όριζε τον κατώτατο μισθό στα 751€. Αυτή η εξαγγελία είναι γεγονός ότι στο πρώτο της άκουσμα διχάζει, καθώς όσο θετικά προσλαμβάνεται από τους δοκιμαζόμενους μισθωτούς, αλλά τόσο επιφυλακτικά αντιμετωπίζεται από τις επίσης ταλαιπωρημένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το επιχείρημα από την πλευρά των μικρών επιχειρήσεων σε αυτήν την πρόταση έχει να κάνει με την αδυναμία ανταπόκρισης στην αύξηση του κόστους εργασίας, καθώς όπως εύλογα, τονίζουν άλλοι οι μισθοί πριν 4 χρόνια, άλλοι όμως και οι τζίροι των επιχειρήσεων. Από την άλλη, όλοι αναγνωρίζουν με πρώτους των μικρομεσαίους ότι για να ξανατονωθεί η εγχώρια ζήτηση χρειάζεται μία ένεση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Άρα τι; Θα εγκαταλείψει ο ΣΥΡΙΖΑ μία ζωτικής σημασίας συμμαχία, αυτή με τους μικρομεσαίους, υποκύπτοντας στο επίπλαστο δίλημμα «με τους εργαζόμενους ή με την εργοδοσία»; Όχι φυσικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι με τις κοινωνικές δυνάμεις που δοκιμάζονται από τις πολιτικές των μνημονίων και είναι διατεθειμένες να υπερβούν το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» και να στηρίξουν μία εναλλακτική κυβέρνηση της Αριστεράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση λοιπόν η θεσμοθέτηση των 751€ μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για την τόνωση της ζήτησης, χωρίς παράλληλα να αυξήσει το κόστος εργασίας των επιχειρήσεων.
Πως; Με την ταυτόχρονη μείωση της συμμετοχής του εργοδότη στο μη μισθολογικό κόστος (ασφαλιστικές εισφορές και φόροι μισθωτών υπηρεσιών), προκειμένου κάθε εργαζόμενος να «κοστίζει» το ίδιο στην μικρομεσαία επιχείρηση, λαμβάνοντας όμως ο ίδιος μεγαλύτερη αμοιβή. Η διαφορά στο μη μισθολογικό κόστος μπορεί να καλυφθεί, σε αρχικό στάδιο, με τον κατάλληλο αναπροσανατολισμό των διαθέσιμων πόρων για την απασχόληση, στη λογική των προγραμμάτων διατήρησης θέσεων εργασίας του ΟΑΕΔ (που επιδοτούσαν ένα μέρος των ασφαλιστικών εισφορών) και μέχρι να γίνει αισθητή η βελτίωση στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων Αυτή η κίνηση αναμένεται να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στον οικονομικό κύκλο, αυξάνοντας την εγχώρια ζήτηση, τους τζίρους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τις προσδοκίες για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Άλλωστε στις επόμενες ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις οι κοινωνικοί εταίροι (εργαζόμενοι και εργοδότες) θα είναι οι βασικοί υπεύθυνοι για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, του κατώτατου μισθού από εκεί και πέρα.
Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται το αναγκαίο σοκ στο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, δίχως οι επιχειρήσεις να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν αυξημένο κόστος εργασίας μέχρι τουλάχιστον να «πάρει μπροστά η οικονομία». Αυτό ωστόσο το σοκ προκειμένου να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο είναι επιβεβλημένο να συνδυαστεί με την ουσιαστική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά και της κάθε περιφερειακής ενότητας ξεχωριστά. Και σε αυτήν τη διαδικασία είμαστε υποχρεωμένοι να μην αφήνουμε τους άλλους να αποφασίζουν για εμάς. Η «Στοκχόλμη» εξάλλου - και τα όποια σύνδρομα την ακολουθούν - είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι πέφτει πολύ μακριά.
Σταμάτης Βαρδαρός,

Πολιτικός Επιστήμονας, Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ ΕΥΒΟΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

για να εμφανισθούν περιμένετε λίγες ώρες....
τα σχόλια ελέγχονται ως προς το υβριστικό, μη θεμιτό ή φασιστικό περιεχόμενο
ο καθένας είναι υπεύθυνος απέναντι στο νόμο επειδή υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιό του.