4 Ιουνίου 2015

...με ποιον τρόπο προσφέρουμε πραγματικά καλύτερες υπηρεσίες;

του Σταμάτη  Βαρδαρού
ΝΕ ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας
Είναι σαφές ότι η εξελισσόμενη διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά την πολιτική βάση, την φιλοσοφία επί  της οποίας θα συνεχίσει να στέκεται, να αναπτύσσεται ή να αποσυντίθεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα Από τη μια αμφισβητείται ο πυρήνας του ηπειρωτικού (ή αν προτιμάτε του γερμανικού) νεο-φιλελευθερισμού, η αυστηρή δηλαδή δημοσιονομική πολιτική, τα μηδαμινά ελλείμματα, η σκληρή λιτότητα, που μέχρι σήμερα φαίνεται ότι αποτελεί θεμέλιο λίθο για την ευρωζώνη. Μάλιστα η πολιτική ηγεμονία αυτού του ρεύματος είναι τέτοια που ακόμη και εκείνοι οι λαοί, τα ταξικά συμφέροντα, αλλά και πολλές κοινωνικές και πολιτικές συλλογικότητες που θα ανέμενε κανείς να στέκονται απέναντι έχουν στοιχηθεί πίσω από την κυρίαρχη αυτή τη στιγμή γερμανική πολιτική.
Για την άλλη πλευρά, που για την ώρα σε κυβερνητικό επίπεδο εκφράζεται από την Κυβέρνηση Κοινωνικής Σωτηρίας στην Ελλάδα, αμφισβητείται το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία, τα οποία αποτελούν κατά έναν παράδοξο τρόπο καταστατικές αρχές της ίδιας της ευρωπαϊκής ιδέας.

Στην χώρα μας εγχώρια συμφέροντα, πολιτικές ελίτ που υπηρέτησαν τη σκληρή μονεταριστική γραμμή της Γερμανίας και κυρίως η πλειονότητα των media έχουν ταυτιστεί με τη σκληρή γραμμή της γερμανικής Δεξιάς, απολύτως συνειδητά και με σαφή ταξικά χαρακτηριστικά. Αυτό το εγχώριο μπλοκ έπαιξε έναν ιδιαιτέρως ειδεχθή ρόλο, ασκώντας έναν διαρκή πολιτικό εκβιασμό, τόσο κατά τα χρόνια της μνημονιακής συγκυβέρνησης, όσο και κατά τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το κυβερνητικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ
Παράλληλα με τον εγχώριο πολιτικό εκβιασμό οι «φίλοι» δανειστές φροντίζουν επιμελώς να στενέψουν δραματικά τα χρονικά και οικονομικά περιθώρια στη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση με την προσδοκία αναδίπλωσης της ελληνικής πλευράς. Η έκβαση αυτής της διαρκούς διαπραγμάτευσης δεν εξαρτάται όμως μόνο από τους κυβερνητικούς ελιγμούς ή τη διαπραγματευτική ικανότητα και κατάρτιση των τεχνικών κλιμακίων. Εξαρτάται και από την ικανότητα των πολιτικών οντοτήτων των δύο πλευρών να διατηρήσουν τον ρόλο τους ως πόλοι έκφρασης των ελίτ από τη μια μεριά και του λαϊκού παράγοντα και ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών από την άλλη.
Σε αυτό το πλαίσιο το περίγραμμα του Έντιμου Συμβιβασμού με τους δανειστές για αμοιβαία επωφελή συμφωνία, όπως αναλύθηκε από τον Πρωθυπουργό Α. Τσίπρα  στο πρόσφατο άρθρο του στη Le Monde  και αποτυπώθηκε στις αποφάσεις της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ,  προφανώς δεν συναντά την αποδοχή όλων των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, ούτε καν όλων των τάσεων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό από μόνο του είναι ένα πρόβλημα. Είναι πρόβλημα γιατί αφενός αυτή η διαίρεση σε πολιτικό επίπεδο αδυνατίζει τη διαπραγματευτική δυναμική της Κυβέρνησης έναντι των δανειστών, που συστηματικά οδηγούν την ελληνική οικονομία σε χρηματοδοτική ασφυξία τους τελευταίους μήνες και αφετέρου γιατί αυτή η διαφωνία μετατρέπεται σε πόλωση στο κοινωνικό επίπεδο με τη μορφή, είτε προτίμησης μιας μερίδας απογοητευμένων ή καιροσκόπων Ελλήνων στο Grexit, είτε πίεσης από το μέχρι πρόσφατα οικονομικό και πολιτικό καταστημένο για πάση θυσία συμφωνία.
            Θα μπορούσε όμως να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Αν από την εξίσωση αφαιρέσουμε τις αντιευρωπαϊκές φωνές του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής υπάρχει δυνατότητα σύγκλισης των φιλοευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων σε ένα κοινό πλαίσιο διεκδίκησης, που συμβολικά θα αποκρυσταλλωνόταν σε  μια «Εθνική Ομάδα Διαπραγμάτευσης»; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, αλλά αξίζει κατά τη γνώμη μου να την αναζητήσουμε.
Για να προκύψει κοινό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, με σαφή αντί-υφεσιακό προσανατολισμό απαιτείται ένας δημιουργικός συμβιβασμός αρχικά μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ,  ανάμεσα στην Αριστερή Πλατφόρμα και την πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής,  για το κοινά αποδεκτό σχέδιο  υποχωρήσεων στα επώδυνα μέτρα που απαιτούν οι δανειστές και  τολμηρών μεταρρυθμίσεων που δεν θα ταυτίζονται με τον νεοφιλελεύθερο δογματισμό των μνημονιακών συμβάσεων, θα «ανοίγουν χώρο για την άσκηση προοδευτικής πολιτικής», θα  προωθούν την επανεκκίνηση- ανάκαμψη της εθνικής  οικονομίας και  τη παραγωγική-διοικητική-αναπτυξιακή Ανασυγκρότηση της χώρας.  
Πώς όμως να δομηθεί ένα κοινό πλαίσιο διαπραγμάτευσης με εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που, όπως σωστά σημειώνει ο σ. βουλευτής Τρικάλων Σάκης Παπαδόπουλος, ενώ ζητάνε «να μην υπάρξει φοροεπιδρομή, να μην αυξηθεί ο ΦΠΑ, να μην συνεχιστεί ο ΕΝΦΙΑ…» ( ΝΔ ), την ίδια ώρα διαλαλούν ότι δεν θα υπογράψουν «νέα μνημονιακή σύμβαση και ότι δεν θέλουν  «να εφαρμοστούν μέτρα χειρότερα από το mail Χαρδούβελη» ( ΠΑΣΟΚ ), ενώ δηλώνουν ότι  επιδιώκουν  Συμφωνία  «με πρόγραμμα  που μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες, απορρίπτει νέα υφεσιακά μέτρα – οριζόντιες περικοπές  και λιτότητα, στοχεύει σε αναπτυξιακή πορεία και δουλειές…» (ΠΟΤΑΜΙ). Ταυτόχρονα είναι οι ίδιες φωνές που επιζητούν «πάση θυσία παραμονή στην Ευρωζώνη»,  τρομοκρατώντας  ότι διαφορετικά «θα γίνουμε Ζιμπάμπουε»,  θα οδηγηθούμε σε «πιστωτική ασφυξία»,  σε «περιορισμούς στη τραπεζική κίνηση καταθέσεων»,  σε καταστάσεις «χειρότερες από τη Μικρασιατική καταστροφή», «σε γενική στάση πληρωμών μέσα σε ένα μήνα».
Οι φωνές από τις φιλο-ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις για κοινό πλαίσιο διαπραγμάτευσης δεν είναι παρά μία μορφή τεχνοκρατικού λαϊκισμού, διανθισμένη με μπόλικη δόση τρόμου και επίπλαστη διάθεση συναίνεσης, με βασική στόχευση ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, την απόρριψη οποιασδήποτε πιθανότητας εγχώριας συναίνεσης.
Από την άλλη οι ανέξοδες φωνές στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ για απαρέγκλιτη τήρηση των προγραμματικών εξαγγελιών προφανώς και έχουν έναν πολλαπλά ωφέλιμο ρόλο εξισορρόπησης των πιέσεων που ασκούνται στην Κυβέρνηση από την πλευρά των δανειστών.
Αυτές οι ίδιες φωνές όμως είναι πιθανό να κληθούν κάποια στιγμή να επιλέξουν, απαλλαγμένες από τον ασφαλή μανδύα της μειοψηφίας, μεταξύ συμβιβασμού ή «αγεωγράφητων υδάτων». Σε αυτήν την περίπτωση είναι σκόπιμο να προβληματιστούμε κατά πόσο η προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία για τη νομιμοποίηση της συμφωνίας, είτε με τη μορφή δημοψηφίσματος, είτε με τη μορφή εκλογών, θα είναι απλά και μόνο μία πολιτικά επιβεβλημένη τακτική κίνηση της Κυβέρνησης ή διέξοδος ακόμη και για την ίδια τη μειοψηφία.
Πριν ξεδιπλώσουμε τις κόκκινες σημαίες και ξεσκονίσουμε το αριστερόμετρο θα ήταν σκόπιμο να προβούμε, όπως έλεγε ο Λένιν, σε «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», αναλογιζόμενοι μεταξύ άλλων με ποιον τρόπο προσφέρουμε πραγματικά καλύτερες υπηρεσίες, στον τόπο, στην κοινωνία, στην Αριστερά.

Σταμάτης Βαρδαρός
Πολιτικός Επιστήμονας

ΝΕ ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

για να εμφανισθούν περιμένετε λίγες ώρες....
τα σχόλια ελέγχονται ως προς το υβριστικό, μη θεμιτό ή φασιστικό περιεχόμενο
ο καθένας είναι υπεύθυνος απέναντι στο νόμο επειδή υπογράφει ηλεκτρονικά το σχόλιό του.